"Ευτυχία δεν είναι να κάνεις πάντα αυτό που θέλεις, αλλά να θέλεις πάντα αυτό που κάνεις" (Λέων Τολστόι)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα έλξη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα έλξη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 8 Ιανουαρίου 2013

Γιατρεύοντας την καρδιά από τον εαυτό της



«Πρώτα πρώτα, ο έρωτας έχει το προνόμιο μιας αχρέωστης ερωτικής επιλογής. Το να αγαπιέμαι από κάποιον και να ανταποκρίνομαι στην αγάπη του, δεν έχει καμία σχέση με τις αρετές μου ή τις αρετές του. Κανένα ιδιαίτερο προσόν ή ψυχική ευγένεια δε βαραίνει στην ερωτική επιλογή. Μπορούμε να νιώσουμε το ίδιο ξέφρενο πάθος για ένα δειλό ή έναν ήρωα. Έτσι, ακόμα και η δημοκρατικότερη κοινωνία δε θα μπορούσε ποτέ να διορθώσει αυτή τη θεμελιώδη αδικία που συνίσταται στο αυθαίρετο της ερωτικής επιλογής. Ως προς αυτό, ο έρωτας αποτελεί μια κατάφωρη διάψευση όλων των ουτοπιών της δικαιοσύνης. Μπορεί να φτάσει σε μεγαλειώδη ύψη ή να εκπέσει σε βάραθρα σιχαμερότητας, είναι εντελώς ξένος προς τις έννοιες της προόδου και της αξίας. Ο έρωτας του άλλου δεν είναι κάτι που το κερδίζω με την αξία μου, μου προσφέρεται δωρεάν σαν μια ανείπωτη χάρη. Το να θέλουμε να θεραπεύσουμε το συναίσθημα από τον ίδιο τον εαυτό του, από τη σκοτεινή πλευρά του, είναι σαν να θέλουμε να το στειρώσουμε. Με την ικανότητά της να μεταμορφώνει ένα τυχαίο πλάσμα σε «πλάσμα ψυχής» (Προυστ), η καρδιά προσδίδει στο αγαπώμενο πρόσωπο, ακόμα και στο πιο ταπεινό, μια πληρότητα, ένα μεγαλείο που το ξεχωρίζει από τους κοινούς θνητούς. Χάρη στον έρωτά μου, το λατρεμένο πλάσμα γίνεται μια τρομακτική και ελεύθερη δύναμη που μάταια προσπαθώ να την εξημερώσω. Όσο περισσότερο προσκολλώμαι σε αυτό, τόσο περισσότερο απομακρύνεται από μένα, τόσο πιο απρόσιτο γίνεται, αποκτά διαστάσεις ασύλληπτες.

Αγαπώ σημαίνει παραχωρώ στον άλλο, με την πλήρη θέλησή μου, κάθε εξουσία επάνω μου, υποτάσσομαι στα καπρίτσια του, τίθεμαι κάτω από την κυριαρχία ενός δεσπότη ευμετάβολου όσο και γοητευτικού. Με μια λέξη του, με μια ανάλογη αλλαγή της συμπεριφοράς του, ο αγαπημένος μπορεί να με ανεβάσει στα ουράνια ή να με ρίξει στα τάρταρα. Όταν δενόμαστε με εκείνον ή με εκείνη, για τους οποίους δε γνωρίζουμε πια τίποτα άλλο παρά μόνο πως τους λατρεύουμε, τοποθετούμαστε σε κατάσταση τρωτότητας, εμφανιζόμαστε γυμνοί, ανυπεράσπιστοι. Και στο μέτρο που οι σχέσεις μας με αυτό γίνονται όλο και πιο στενές, το αγαπημένο πλάσμα δε μεταμορφώνεται μόνο σε έναν ξένο, αλλά προπάντων αντιπροσωπεύει τη δυνατότητα τόσο της έκστασης όσο και της πτώσης. Ακούγοντάς το, λατρεύοντάς το, περιμένοντάς το, υποτασσόμαστε σε μια τελεσίδικη ετυμηγορία: γινόμαστε αποδεκτοί ή απορριπτόμαστε. Από αυτόν λοιπόν που αγαπώ περισσότερο, μπορώ να φοβάμαι και το χειρότερο: ο χαμός ή η φυγή του, που θα μου απόκοβε ένα ουσιαστικό τμήμα του εαυτού μου. Ο έρωτας μας λυτρώνει από το αμάρτημα της ύπαρξης -όταν αποτυχαίνει, νιώθουμε συνθλιμμένοι από τη ματαιότητα της ζωής. Το φρικιαστικό στην ερωτική οδύνη είναι πως τιμωρούμαστε, επειδή αγαπώντας τον άλλο, θελήσαμε ό,τι το καλό γι’ αυτόν. Δεν πληρώνουμε για ένα σφάλμα, αλλά για μια μη αποδεκτή προσφορά. Και αυτοί που απορρίπτονται στις εξετάσεις του έρωτα, δε μπορούν να προσφύγουν σε αναθεώρηση -δε μπορούν να ενοχοποιήσουν κανέναν άλλο και μένουν εγκαταλειμμένοι και αθόρυβοι.

Υπάρχει βεβαίως και η ευτυχία του έρωτα, η ευτυχία της συνενοχής, των μοιρασμένων δοκιμασιών, η ευτυχία να ξεφεύγεις από τα όρια του εαυτού και να εγκαταλείπεσαι με πλήρη εμπιστοσύνη στον άλλο, αλλά είναι μια ευτυχία που φέρει εντός της το σπέρμα του ίδιου του αφανισμού της, όταν εκφυλίζεται σε κυριακάτικη ηρεμία. Φυσικά υπάρχει πάντα η δυνατότητα να εκθρονίσουμε τον άλλο από την περίοπτη θέση του, και με την υπερβολικά στενή συμβίωση να τον κάνουμε προβλέψιμο, τόσο οικείο όσο ένα έπιπλο ή ένα φυτό. Όμως πρόκειται για μια θλιβερή εξέλιξη -και στους δεσμούς μας ταλαντευόμαστε ανάμεσα στο φόβο πως δεν ξέρουμε καθόλου τον άλλο και την απελπισία πως τον γνωρίζουμε υπερβολικά. Η πρώτη πληγή που μας προκαλεί το αγαπημένο πρόσωπο είναι τότε που μας φαίνεται πλούσιο από έναν ισχυρό, γοητευτικό δυναμισμό που αδυνατούμε να τον συλλάβουμε ή να τον παρακολουθήσουμε. Υπάρχει μια δεύτερη πληγή που γεννιέται από την άκρα διαφάνεια του υπερβολικά ανθρώπινου, υπερβολικά προβλέψιμου άλλου που, χάνοντας την αλαζονεία, την αγριότητά του, έχασε ταυτόχρονα και κάθε θέλγητρο. Σε αυτό το πεδίο η νίκη δεν ξεχωρίζει πια από την πανωλεθρία και ταλαντευόμαστε μονίμως ανάμεσα στη βιαιότητα του αγνώστου και τη γαλήνη του πολύ γνωστού. Στην πρώτη περίπτωση, ο άλλος μού ξεφεύγει κι εγώ προσπαθώ απεγνωσμένα να τον προλάβω, στη δεύτερη του ξεφεύγω εγώ, στο μέτρο που αυτός μου έχει γίνει προσιτός, ενταγμένος στην καθημερινότητα της ζωής μου. Είχα διαμελιστεί, απογειωθεί από τον ίδιο τον εαυτό μου, και να που συνέρχομαι, ξαναγίνομαι ακέραιος. Αλλά ανταλλάσσοντας την αδυναμία με την ασφάλεια, έχασα και έναν απαραίτητο αναταραγμό. Επειδή το πιο φριχτό απ’ όλα είναι η επιβίωση του ζευγαριού σε μια κατάσταση ήρεμου αυτοματισμού. Μόλις λύσω το βασανιστικό αίνιγμα που αντιπροσωπεύει για μένα ο άλλος, τον πεζοποιώ: για να πάψω να βασανίζομαι από την υπερβολική του απόσταση, τον έκανα τόσο οικείο μου, ώστε τώρα υποφέρω από την ενοχλητική του εγγύτητα. Χθες ακόμα τον ένιωθα απόντα ως και τη στιγμή της πιο έντονης σαρκικής συνάφειας, και ζούσα με τον τρόμο της εγκατάλειψης -και να που έγινε προβλεπτός, σμικρυμένος σε ένα μηχανικό “αγάπη μου”, ανίκανος πια να με εκπλήξει.

Εννοείται πως όλοι οι έρωτές μας δεν είναι δυστυχισμένοι, όμως όλοι στοιχειώνονται από το φάσμα της εξαφάνισής τους. Συνεπώς δεν υπάρχει λύση για τον ερωτικό πόνο: σαν τους αϋπνικούς, αρκούμαστε να αλλάζουμε πλευρό, να αιωρούμαστε ανάμεσα στη θλίψη του χωρισμού και τη θλίψη της μονοτονίας, ανάμεσα στην ευτυχία της έντασης και την ευτυχία του εφησυχασμού. Δεν υπάρχει πάθος που να μην τρέφεται από την ανησυχία, και ο έρωτας δεν είναι παρά μια κατάσταση ευφορικής οδύνης, αβάσταχτη αλλά και θεϊκή συνάμα. Αυτό είναι το παράδοξό του: είναι μια αγωνία που γεννά τη χαρά, μια απολαυστική σκλαβιά, ένα εξαίσιο κακό που η εξαφάνισή του μας σκοτώνει. Όποιος δε διακινδυνεύει να υποφέρει δε θα μπορέσει ποτέ του να αγαπήσει. Και μήπως ο πιο λεπτός ανατόμος των συμφορών του έρωτα και των συμφορών του μη-έρωτα δεν ήταν ένας άντρας, ο Μαρσέλ Προυστ; Κανένα φύλο δεν έχει το αποκλειστικό προνόμιο του θάμβους και της απελπισίας -η πλήρης συναισθηματική μας προσήλωση σε ένα πλάσμα συνεπάγεται αγωνιώδεις αβεβαιότητες όσο και χαρές. Αγαπώ σημαίνει ζω μες στην αέναη συνύπαρξη του τρόμου και του θαύματος». (Απόσπασμα από το δοκίμιό του Ο Πειρασμός της Αθωότητας, εκδ. Αστάρτη).


Ο Μπρυκνέρ είναι ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Γάλλους συγγραφείς. Γράφει εναλλάξ μυθιστορήματα και δοκίμια, αρθρογραφεί στο Νουβέλ Ομπσερβατέρ, είναι διδάκτωρ της φιλοσοφίας στο Ινστιτούτο Πολιτικών επιστημών του Παρισιού και διδάσκει ως καθηγητής επισκέπτης σε πανεπιστήμια των ΗΠΑ. Συμμετείχε στον αναβρασμό του Μάη του ’68, τα ψέλνει εμμονικά στις φεμινίστριες και στην Ευρώπη που επαναπαύεται στον λήθαργό της κι έχει γράψει δοκίμια για την αέναη ευφορία της δύσης και μια σειρά από τα σύγχρονα σύνδρομα που, όπως όλα δείχνουν, μας έφεραν εδώ που βρισκόμαστε σήμερα. Χαίρει ιδιαίτερης εκτίμησης από τους Ελληνες αναγνώστες και ο ίδιος επισκέπτεται συχνά τη χώρα μας. Ανάμεσα στα μυθιστορήματά του, ξεχωρίζουν Τα Μαύρα Φεγγάρια του Έρωτα (εκδ. Αστάρτη), Το Θείο Βρέφος (εκδ. Αστάρτη), Η Μελαγχολική Δημοκρατία (εκδ. Αστάρτη) και η Αέναη Ευφορία (εκδ. Αστάρτη).

Πηγη: http://www.doctv.gr

Παρασκευή 22 Οκτωβρίου 2010

H Τέχνη της Αγάπης


Είναι η αγάπη τέχνη; Αν είναι, χρειάζεται γνώση και προσπάθεια. Ή μήπως η αγάπη είναι ένα ευχάριστο συναίσθημα που κατά σύμπτωση το γνωρίζει κανείς, το "συναντά" αν είναι τυχερός; Η πλειοψηφία των ανθρώπων πιστεύει στη δεύτερη αντίληψη. 


Όχι πως οι άνθρωποι θεωρούν την αγάπη σαν κάτι ασήμαντο. Οι άνθρωποι διψούν για αγάπη. Παρακολουθούν αναρίθμητα κινηματογραφικά φιλμ που διηγούνται ευτυχισμένες ή αποτυχημένες ερωτικές ιστορίες. Ακούν εκατοντάδες ανόητα τραγούδια για την αγάπη. Παρόλ' αυτά, σχεδόν κανείς τους δε σκέφτεται αν υπάρχει κάτι που πρέπει να μάθει σχετικά με την αγάπη. Αυτή η περίεργη αντίληψη βασίζεται σε ορισμένες υποθέσεις, που ξεχωριστά ή συνδυασμένες, τείνουν να τη δικαιώσουν. 


Οι πιο πολλοί άνθρωποι βλέπουν το πρόβλημα της αγάπης πρωταρχικά σαν πρόβλημα του πώς ν' αγαπηθούν, και όχι του πώς ν' αγαπήσουν, πώς να αναπτύξουν την ικανότητά τους για αγάπη. Δηλαδή, εκείνο που τους απασχολεί είναι πώς να τους αγαπήσουν οι άλλοι, πώς να γίνουν αξιαγάπητα πρόσωπα. Για να φτάσουν στο σκοπό αυτό ακολουθούν διάφορους τρόπους. Ένας τρόπος είναι να πετύχουν, να αποκτήσουν όση δύναμη και πλούτο μπορούν, στο βαθμό που τους επιτρέπουν τα κοινωνικά περιθώρια της θέσης τους. Ο δεύτερος τρόπος είναι να γίνονται ελκυστικοί, με τη φροντίδα για το σώμα και το ντύσιμο. Άλλοι τρόποι για να γίνει κανείς ελκυστικός είναι η καλλιέργεια ωραίων τρόπων συμπεριφοράς, η ευχάριστη κι ενδιαφέρουσα ομιλία, η καλοσύνη. Για τους περισσότερους ανθρώπους του πολιτισμού μας το να είναι κανείς αξιαγάπητος σημαίνει βασικά να συνδυάζει τη δημοτικότητα με την ερωτική έλξη. 
...
Μία δεύτερη υπόθεση που κρύβεται πίσω από τη σκέψη ότι δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να μάθει κανείς σχετικά με την αγάπη, είναι ότι η αγάπη αποτελεί πρόβλημα αντικειμένου κι όχι πρόβλημα ψυχικής ικανότητας. Οι άνθρωποι πιστεύουν ότι η αγάπη είναι κάτι εύκολο και και ότι το δύσκολο είναι να βρουν το κατάλληλο άτομο που θέλουν να αγαπήσουν ή από το οποίο θέλουν να αγαπηθούν. 
...
Η τρίτη πλάνη που οδηγεί στην αντίληψη ότι δεν υπάρχει τίποτε να μάθουμε για την αγάπη, βρίσκεται στη σύγχυση ανάμεσα στην αρχική εμπειρία του ερωτικού συναισθήματος και στη διάρκειά του, ή όπως θα λέγαμε διαφορετικά, στο να είσαι μόνιμα ερωτευμένος. Ωστόσο, αυτή η μορφή της αγάπης είναι από την ίδια της τη φύση χωρίς διάρκεια. Τα δύο πρόσωπα γνωρίζονται όλο και περισσότερο, η οικειότητά τους χάνει όλο και πιο πολύ το μυστηριακό της χαρακτήρα, ωσότου ο ανταγωνισμός τους, οι απογοητεύσεις τους και η αμοιβαία τους πλήξη σκοτώνουν οτιδήποτε απέμεινε από την αρχική συγκίνηση. Ωστόσο, στην αρχή δεν ξέρουν τίποτε απ' όλα αυτά. Πράγματι, παίρνουν την ένταση της αμοιβαίας λατρείας τους και της "τρέλας" που νιώθει ο ένας για τον άλλο σαν απόδειξη της μεγάλης τους αγάπης, ενώ αυτό ίσως αποδεικνύει μόνο το βαθμό της προηγούμενης μοναξιάς τους και τίποτε παραπάνω. 
...
Αυτή η αντίληψη -ότι τίποτε δεν είναι πιο εύκολο από το ν' αγαπάς- εξακολουθεί να είναι η πιο διαδεδομένη παρά την αφθονία των αποδείξεων για το αντίθετο. Σχεδόν καμία προσπάθεια, κανένα έργο δεν αρχίζει με τόσο μεγάλες ελπίδες και προσδοκίες όπως αρχίζει η αγάπη, κι ωστόσο τίποτε δεν αποτυχαίνει τόσο συχνά όσο αυτή. Αν αυτό συνέβαινε με οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα, οι άνθρωποι θα ήταν περισσότερο πρόθυμοι να εξετάσουν τους λόγους της αποτυχίας αυτής και να μάθουν πώς θα μπορούσαν να ενεργήσουν καλύτερα. Ή θα εγκατέλειπαν τη δραστηριότητα αυτή. 

Το πρώτο, λοιπόν, βήμα είναι να καταλάβουμε ότι η αγάπη είναι μία τέχνη, ακριβώς όπως μία τέχνη είναι και η ίδια η ζωή. Αν θέλουμε να μάθουμε πώς ν' αγαπάμε, πρέπει να προχωρήσουμε με τον ίδιο τρόπο που προχωρούμε όταν θέλουμε να μάθουμε μία οποιαδήποτε άλλη τέχνη, π.χ. μουσική, ζωγραφική, ξυλουργική, ή την επιστήμη της ιατρικής και της μηχανικής.


Ποια είναι τα απαραίτητα στάδια στην εκμάθηση μιας οποιασδήποτε τέχνης. Το πρώτο είναι η εκμάθηση της θεωρίας και το δεύτερο η εκμάθηση της πρακτικής. Αν θέλω να μάθω την επιστήμη της ιατρικής, πρέπει πρώτα απ' όλα να μάθω τα βασικά στοιχεία για το ανθρώπινο σώμα και για τις διάφορες αρρώστιες. Αλλά κι όταν αποκτήσω όλη αυτή τη γνώση, πάλι δε θα είμαι ικανός στην τέχνη της ιατρικής. Μόνο έπειτα από μακρά πρακτική εξάσκηση θα είμαι κύριος της τέχνης, μόνο όταν η θεωρητική γνώση και η πείρα της πρακτικής θα έχουν συγχωνευτεί σ' ένα πράγμα -στη διαίσθησή μου, που αποτελεί την ουσία της κατοχής μίας τέχνης. 


Αλλά εκτός από τη γνώση της θεωρίας και της πρακτικής, ένας τρίτος παράγοντας είναι αναγκαίος για την κατάκτηση κάθε τέχνης - η υπέρτατη σημασία που δίνουμε στην τέχνη αυτή. Τίποτ' άλλο στον κόσμο δεν πρέπει να είναι πιο σημαντικό από την τέχνη που μας ενδιαφέρει. Αυτό ισχύει για τη μουσική, την ιατρική, την ξυλουργική - και για την αγάπη. Και ίσως εδώ να βρίσκεται η απάντηση στο ερώτημα: γιατί οι άνθρωποι του πολιτισμού μας προσπαθούν τόσο σπάνια να μάθουν αυτή την τέχνη στο πείσμα των ολοφάνερων αποτυχιών τους; Παρόλο που η λαχτάρα τους γι' αγάπη είναι τόσο βαθιά ριζωμένη, σχεδόν όλα τ' άλλα φαίνονται να είναι πιο σημαντικά από την αγάπη: επιτυχία, γόητρο, χρήματα, δύναμη. Όλη μας σχεδόν η ενεργητικότητα χρησιμοποιείται για να μάθουμε πώς να πετύχουμε σ' αυτούς τους σκοπούς. 
Και σχεδόν καθόλου για να μάθουμε την τέχνη της αγάπης. 




(από το βιβλίο "Η Tέχνη της Αγάπης" του Erich Fromm) 

Μπορεί επίσης να σας ενδιαφέρει: